Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γόγγυλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γόγγυλον Προφορά: γόγγυλον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    είδος λάχανου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό η γογγύλη

    Παραδείγματα:
    1) Τ’ αραία τα γόγγυλα, φέρ’νε χοντρά κιφάλα̤. (Ιδίωμα: Τριπόλεως)
    2) Τ’ ομμάτα̤ 'τ' εποίκεν γόγγυλα (άνοιξε πολύ τα μάτια του για να δει)

  2. είδος λάχανου με ρίζες βολβούς Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια