Προέλευση: τουρκική, από το τούρκικο εσ̌ = ζευγάρι
Παράδειγμα - Ερμηνεία: Εσ̌λανεύτεν το πρόαν με το μουσκάρ'. (έζησαν μαζί σαν να ήσαν ζευγάρι)
Ενεστώτας: εσ̌λανεύκουμαι Παρατατικός: εσ̌λανεύκουμ'νε Μέλλοντας: θα εσ̌λανεύκουμαι Αόριστος: εσ̌λανεύτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.