Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα σβέννυμι
Ιδίωμα: Οινόης
Παράδειγμα: Τη δίψα μου ’κ’ εσβήνω με τ’ ατόσο γα νερό.
Ενεστώτας: εσβήνω Παρατατικός: εσβήν'να Μέλλοντας: θα εσβήνω Αόριστος: έσβησα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.