Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ερίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ερίζω Προφορά: ερίζω
  1. ερεθίζω, συνερίζομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τα συμπαίδα̤ τ’ έριζαν ατον και εγέλαναν.

  2. φιλονικώ, μαλώνω, ερεθίζω, ενοχλώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. φιλονικώ Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    προκαλώ καποιον

Παρατηρήσεις - Σχόλια