έρρεψεΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Άδισσας
Παράδειγμα:
Ερέμψωσεν η καρδία τ’. (έρρεψε από την πολλή νηστεία)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Αόριστος: ερέμψωσεν
Σχόλιο: Πρόκειται για γ' ενικό πρόσωπο Οριστικής Αορίστου, που προέρχεται από το ρήμα "ρέβω", εξαιρετικά σπάνιο στη χρήση του στον Ενεστώτα και στα Νέα Ελληνικά.