Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ερέμψωσεν [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ερέμψωσεν Προφορά: ερέμψωσεν
  1. έρρεψε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

    Παράδειγμα:
    Ερέμψωσεν η καρδία τ’. (έρρεψε από την πολλή νηστεία)

Παρατηρήσεις - Σχόλια