Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έργον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: έργον Προφορά: έργον
  1. δουλειά, εργασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό έργον

    Παραδείγματα:
    1) Αγούρ αφήν’νε τ’ έργατα κι οι γυναίκ’ τα δουλείας.
    2) Έργατα και δουλείας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια