Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) 'Εναν Παρασ̌κευήν εξούκ’ς έτον. (το μυαλό) 2) Το βούτερον ασήν οκάν ελίγον εξού ’κ’ έτον. (στο βάρος) 3) Εξούκ' ’κί γίνεται. (δεν λείπει)
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη εξίκ
Αρσενικό: Ενικός: εξούκης / εξούκ'ς Πληθυντικός: εξούκ'
Θηλυκό: Ενικός: εξούκαινα Πληθυντικός: εξούκ'
Ουδέτερο: Ενικός: εξούκιν / εξούκ' Πληθυντικός: εξούκια / εξούκα̤
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.