Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έξεργος (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: έξεργος Προφορά: έξεργος
  1. αργία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Οκνά̤ντ’ σ’ εξέργατα και σα παραβραδυάσματα.

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    ημέρα γιορτής και αποχής από εργασία

  3. αργία, μη εργάσιμη μέρα Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
  4. αργία Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    παράγωγο του αρχαίου εξέργω και εξείργω = εμποδίζω, αποκλείω, θέτω κάποιον εκτός εαυτού
    < Ουδέν εξείργει νόμος - Ευρυπίδη Αντιγόνη 176>

    πτώσεις:
    ονομαστική ο/η έξεργος
    γενική τοι έξεργου
    αιτιατική τον έξεργον

    Παράδειγμα:
    « αύριον κι πρέπ' να καματί'εις με, έξεργος έν'!»

Παρατηρήσεις - Σχόλια