Παράδειγμα:
Οκνά̤ντ’ σ’ εξέργατα και σα παραβραδυάσματα.
Ερμηνεία:
ημέρα γιορτής και αποχής από εργασία
Προέλευση:
παράγωγο του αρχαίου εξέργω και εξείργω = εμποδίζω, αποκλείω, θέτω κάποιον εκτός εαυτού
< Ουδέν εξείργει νόμος - Ευρυπίδη Αντιγόνη 176>
πτώσεις:
ονομαστική ο/η έξεργος
γενική τοι έξεργου
αιτιατική τον έξεργον
Παράδειγμα:
« αύριον κι πρέπ' να καματί'εις με, έξεργος έν'!»