Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εμορφία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. εμορφία , 2. Εμορφία Προφορά: εμορφία
  1. ως όνομα γυναίκας, αυτή που έχει ωραία μορφή, πρόσωπο, παρουσιαστικό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό Ευμορφία

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παράδειγμα:
    Η βασιλοπούλα άμον ήλος επαρλάευεν ασήν εμορφίαν ατ’ς.

  2. ομορφιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια