Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εξάελφος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εξάελφος Προφορά: εξάελφος
  1. εξάδερφος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Π. Μελανοφρύδη

    Παράδειγμα:
    Αεν Παύλον εξάελφος τ’ Αε Κωσταντίνονος έν’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια