Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ενέχυρον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ενέχυρον
Προφορά: ενέχυρον
ενέχυρο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Εδέκεν τ’ οσπίτ’ν ατ’ ενέχυρον κι εδανείστεν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ενέχυρον
Πληθυντικός: ενέχυρα
Παρατηρήσεις - Σχόλια