Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ακλαμά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ακλα̤μά̤ Προφορά: ακλεαμεά
  1. ένωση, συνέχεια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ομόρριζα/παράγωγα:
    ακλα̤σεύω, ακλα̤σούχ'

    Παράδειγμα:
    Ακλα̤μά̤ σο χωράφ’ν ατουν έν’ και τ’ εμέτερον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια