Προέλευση: τουρκική
Ομόρριζα/παράγωγα: ακλα̤σεύω, ακλα̤σούχ'
Παράδειγμα: Ακλα̤μά̤ σο χωράφ’ν ατουν έν’ και τ’ εμέτερον.
Ενικός: η ακλα̤μά̤ Πληθυντικός: τα ακλα̤μά̤δες