Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη akilt
Αρσενικό: Ενικός: ακιλής Πληθυντικός: ακιλήδες
Θηλυκό: Ενικός: ακιλήσα Πληθυντικός: ακιλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: ακιλίν Πληθυντικός: ακιλία
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.