Προέλευση: από το μεσ. επίθετο ακάλεστος
Ιδίωμα: Οινόης, Σινώπης
Παραδείγματα: 1) Ακάλεστο σκαμνίν ’κ’ έχͮ ει. (Ιδίωμα: Οινόης) 2) Ακάλεστος στο γάμο μου ’κ’ εχωρεί. (Ιδίωμα: Σινώπης)
Αρσενικό: Ενικός: ακάλεστος Πληθυντικός: ακάλεστοι
Θηλυκό: Ενικός: ακάλεστος Πληθυντικός: ακάλεστοι
Ουδέτερο: Ενικός: ακάλεστον Πληθυντικός: ακάλεστα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός. Εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.