Ερμηνεία: εκείνος που δεν λερώνεται με πετρέλαιο
Προέλευση: από το στερητικό α και την τουρκική λέξη gaz
Καταλήξεις: -ος, -ον
Παράδειγμα: Ακάζωτον σ̌κεύος ’κ’ εφέκες.
Αρσενικό: Ενικός: ακάζωτος Πληθυντικός: ακάζωτοι
Θηλυκό: Ενικός: ακάζωτος, ακάζωτέσα Πληθυντικός: ακάζωτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ακάζωτον Πληθυντικός: ακάζωτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός. Εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.