Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
εναύλ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: εναύλ'
Προφορά: εναύλ
αυλή
χωράφι κοντά στο σπίτι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
αυλόνα (η)
αυλέα (η)
αυλητόρ (το)
αυλή (η)
αύλια (η)
αυλίτσα (η)
εναυλοτόπ (το)
αυλογύρ (το)
χουλή (η)
εναυλοτόπιν (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
έναυλιν (το)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: εναύλιν / εναύλ'
Πληθυντικός: εναύλια / εναύλα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια