Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εναξά [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: εναξά Προφορά: εναξά
  1. λίγο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων

  2. λιγάκι, λιγουλάκι, ελάχιστα καν τίποτα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση :

    από παραφθορά του εξάγιον - εν' εξάγιον =ένα κομματάκι

    παράγωγο του ρήματος εξαγιάζω= εξετάζω ζυγίζω είμαι προκαθορισμένος σταθμώμαι

    Παράδειγμα :
    Δοσ'με εναξά τυρίν = δοσ' μου ένα κομματάκι τυριού

Παρατηρήσεις - Σχόλια