Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ενάκ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ενά̤κ'
Προφορά: ενεάκ
1) ο πρόσφατα ακονισθείς 2) νεαρός βλαστός φυτού
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
εσκίν (το)
ασμά (η)
Ιδιωματική Εκδοχή
νάκ (το)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ενά̤κιν / ενά̤κ'
Πληθυντικός: ενά̤κια / ενά̤κα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια