Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ενάκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ενά̤κ' Προφορά: ενεάκ
  1. 1) ο πρόσφατα ακονισθείς 2) νεαρός βλαστός φυτού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια