Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

έμψυχα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: έμψυχα Προφορά: έμψυχα
  1. ζωντανός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο έμψυχος = ζών, ζωντανός

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εδέκεν ατον έναν απέσ’ σο έμψυχον και ελιγώθεν. (πλευρά)
    2) Έσκωσεν το χͮορομύλ’ κι ερούξαν τ’ έμψυχα τ’. (σπλάχνα)

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    τα σωθικά

Παρατηρήσεις - Σχόλια