Προέλευση: από το αρχαίο επίθετο έμψυχος = ζών, ζωντανός
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Εδέκεν ατον έναν απέσ’ σο έμψυχον και ελιγώθεν. (πλευρά) 2) Έσκωσεν το χͮορομύλ’ κι ερούξαν τ’ έμψυχα τ’. (σπλάχνα)
Ερμηνεία: τα σωθικά
Ενικός: έμψυχον Πληθυντικός: έμψυχα