Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ελτσή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ελτσ̌ή Προφορά: ελτσή
  1. μέτρο, μέτρηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    ’Κί παίρω κουντούρατσ̌ην ’δέν (τιδέν) ’κ’ ευτάει χωρίς ελτσ̌ήν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια