Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αϊναλίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αϊναλίν Προφορά: αϊναλίν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    μεγάλο εμπροσθογεμές όπλο που είχε δύο πλάκες σαν καθρέφτης από τις οποίες πήρε το όνομά του

Παρατηρήσεις - Σχόλια