Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη αϊγούρ
Ιδίωμα: Κοτυώρων
Παράδειγμα: Επήεν να σύρ' τη φοράδαν ατ’ σ’ αϊγκούρ’.
Ενικός: αϊγκούρ' Πληθυντικός: αϊγκούρα̤