Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άθρεπος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: άθρεπος Προφορά: άθρεπος
  1. άνθρωπος, ευσυνείδητος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κερασούντας, Όφεως

    Παράδειγμα:
    Για τ’ εκείνεν κακός άθρεπος αμύριχτον, αμάραντον και άπιαστον τσουντσούναν ’κ’ έν’ σόν κόσμον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια