Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ελαία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ελαία Προφορά: ελαία
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ελιά δέντρο και καρπός

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ἐλαία

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Έμ τ’ ωβγού τ’ απέσ’ έμ τ’ ελαίας τ’ έξ’ τσί δί’ σε.
    2) Φάζ’ την ελαίαν κι αφκά κρατεί τ’ ασκίν (Ιδίωμα: Κερασούντας)
    3) Σον πρόσωπον ατ’ς έχͮ'έναν μικρόν ελαίαν. (τα μελανωπά σαρκώματα του σώματος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια