Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ούρνεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ούρνεμαν Προφορά: ούρνεμαν
  1. ούρλιασμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Π. Μεγαλοφρύδης

    Παράδειγμα:
    Ας σο ούρνεμαν τοι λυκουδίων απάν’ ομμάτα̤ ’κί φέρω.

  2. κραυγή λύκου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια