Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ουρανίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ουρανίζω Προφορά: ουρανίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) αρνιέμαι κάτι ανένδοτα (μεταφορικά)
    2) καταριέμαι κάποιον επικαλούμενος τον ουρανό
    3) αναπηδώ πάντοτε στον ουρανό από αγανάκτηση

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό οὐρανός

    Χρήση από:
    Π. Μελανοφρύδη

    Παραδείγματα:
    1) Ο Χαράλαμπον ας σην Ρουσίαν ουρανίζ’, εγώ το κορίτσι μ’ ’κί δίγω. (αναπηδώ πάντοτε στον ουρανό από αγανάκτηση)
    2) Ο Νικόλας ουράνιζεν και ’κ’ έξερεν η γυναίκα τ’ ντο εκαβάλκεψεν τα πουλούλα̤.

  2. καταριέμαι κάποιον επικαλούμενος τον ουρανό, αρνούμαι κάτι επίμονα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια