Ερμηνείες:
1) αρνιέμαι κάτι ανένδοτα (μεταφορικά)
2) καταριέμαι κάποιον επικαλούμενος τον ουρανό
3) αναπηδώ πάντοτε στον ουρανό από αγανάκτηση
Προέλευση:
από το αρχαίο ουσιαστικό οὐρανός
Χρήση από:
Π. Μελανοφρύδη
Παραδείγματα:
1) Ο Χαράλαμπον ας σην Ρουσίαν ουρανίζ’, εγώ το κορίτσι μ’ ’κί δίγω. (αναπηδώ πάντοτε στον ουρανό από αγανάκτηση)
2) Ο Νικόλας ουράνιζεν και ’κ’ έξερεν η γυναίκα τ’ ντο εκαβάλκεψεν τα πουλούλα̤.