Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εικονοστάτε (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εικονοστάτε Προφορά: εικονοστάτε
  1. μικρό ντουλάπι σε μία γωνιά του σπιτιού όπου τοποθετούσαν εικόνα, θυμιατό, αβγό του Πάσχα, αγιασμό των Θεοφανείων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια