Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εγνεφίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εγνεφίζω Προφορά: εγνεφίζω
  1. γνεφίζω ξυπνώ τον άλλον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά εκ + νήφω

    Παράδειγμα:
    Τραβωδώ και κοιμίζω σε, φιλώ σε κι εγνεφίζεις.

    Αντίθετο:
    κοιμίζω

  2. ξυπνάω γίνομαι νηφάλιος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ιωνικό εκνήφω με την ίδια σημασία και επιπρόσθετη, συνέρχομαι, ξεμεθώ
    < Εκνήψατε δικαίως και μη αμαρτάνετε- προς Κορινθίους επιστολή Παύλου- Καινή Διαθήκη, Ι, 34>
    < Αρώστημα βαρύ εκνήψει ύπνος- Π.Δ. Σοφία Σειράχ 31,34>

    Παράγωγο:
    ο/η έγνεφος, το έγνεφον

    Προστακτική:
    εγνέφ'σον!

  3. ξυπνάω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια