Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εγλύζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εγλύζω Προφορά: εγλύζω
  1. ελκύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    με αντιμετάθεση των φθόγγων (κ) και (λ), άρα από εκλύω - ελκύω

    Χρήση από:
    Ι. Παρχαρίδη

    Ιδίωμα:
    Όφεως

    Παράδειγμα:
    Κάμνω τσ’ ευτάγω νήμα, τσ’ ιδά̤ζω, απέσ' εγλύζω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια