Προέλευση: με αντιμετάθεση των φθόγγων (κ) και (λ), άρα από εκλύω - ελκύω
Χρήση από: Ι. Παρχαρίδη
Ιδίωμα: Όφεως
Παράδειγμα: Κάμνω τσ’ ευτάγω νήμα, τσ’ ιδά̤ζω, απέσ' εγλύζω.
Ενεστώτας: εγλύζω Παρατατικός: έγλυζα Μέλλοντας: θα εγλύζω Αόριστος: έγλυσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.