Προέλευση:
πρόκειται για το αρχαίο στερητικό μόριο "νη", όπου το "η" κατά την ερασμιακή προσφορά ισοδυναμούσε με δύο "ε"- νύφη, νύφεε, νύφε. Από τον τύπο νη/νέε προέκυψε το νεα>νια, ούτε. Παράβαλε το αρχαίο ελληνικό νηνεμία (νη-άνεμος, άπνοια ανέμου) καθώς και το νεοελληνικό (δεν έχει) νε παιδιά, νε σκυλιά, ούτε παιδιά ούτε σκυλιά
Παράδειγμα:
Νε εδέβασα, νε έγραψα