Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ξ̌ύνω , 2. κχͮύνω Προφορά: ξύνω
  1. ξύνω, χύνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εντώκεν σο λαήν’ κι έξ̌εν (και έκχͮεν) ατο. (χύνω)
    2) Εξ̌ύεν (και εκχͮύεν) ο κόσμος. (μαζεύτηκε πολύς κόσμος)
    3) Ξ̌ύν’ (και κχͮύν’) ατο κα. (βρέχει δυνατά)
    4) Εξύεν (και εκχͮύεν) η χρά τ’. (άλλαξε χρώμα ή έγινε κόκκινος από φόβο, ντροπή)
    5) Ξ̌ύνω (και κχͮύνω) το τάν'. Συνώνυμο με το δίγω τ’ όρος φωτίαν. (αποκαλύπτω κάτι που δέν έπρεπε)
    6) Ξ̌ύντς (και κχͮύντς) απάν’-ισ’. (άδικα περιμένεις να σου δώσω, Ιδίωμα: Σταυρί)
    7) Εξ̌ύεν (και εκχͮύεν) κα. (είναι παντελής έλλειψη)
    8) Ξ̌ύνω (και κχͮύνω) αίμαν. (τραυματίζω, σκοτώνω)
    9) Εφόρεσεν κι εξ̌ύεν (και εκχͮύεν). (φόρεσε τα καλύτερα ρούχα)

    Προέλευση:
    από το μεταγενέστερο εκχύνω δια του μεταβατικού τύπου εκχͮύνω (χύνω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια