Ερμηνεία: ξύλο που χρησιμοποιείται αντί καρφιού
Παράδειγμα: Σ’ αμπάρ’ ξυλοκάρφα̤ εγουλανεύκουσαν.
Ενικός: ξυλοκάρφιν / ξυλοκάρφ' Πληθυντικός: ξυλοκάρφα̤