Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ξυλάπ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ξυλάπ'
Προφορά: ξυλάπ
ποικιλία απιδιάς με καρπό ξυλώδη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από τα συνθετικά ξύλο + απίδι
αχλάδι πολύ σκληρό , σαν πέτρα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ξυλάπιν / ξυλάπ'
Πληθυντικός: ξυλάπα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια