Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξυλάπ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ξυλάπ' Προφορά: ξυλάπ
  1. ποικιλία απιδιάς με καρπό ξυλώδη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά ξύλο + απίδι

  2. αχλάδι πολύ σκληρό , σαν πέτρα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια