Ενεστώτας: ξυρίζω Παρατατικός: εξύριζα Μέλλοντας: θα ξυρίζω Αόριστος: εξύρισα / εξύρ'σα / εξύρτσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.