Ερμηνεία: που τρώει λίγο και όχι όλα τα φαγητά, αλλά θέλει πάντα κάτι ιδιαίτερο
Αρσενικό: Ενικός: ξερόστομος Πληθυντικός: ξερόστομοι
Θηλυκό: Ενικός: ξερόστομος Πληθυντικός: ξερόστομος
Ουδέτερο: Ενικός: ξερόστομον Πληθυντικός: ξερόστομα
Επίρρημα: ξερόστομα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.