Ερμηνεία: εκείνος πού έχει ξένη υπηκοότητα
Παράδειγμα: Είνας ξενοϋπήκοος έτον ση Σαντά, ο Λαμπριανίδης.
Αρσενικό: Ενικός: ξενοϋπήκοος Πληθυντικός: ξενοϋπήκοοι
Θηλυκό: Ενικός: ξενοϋπήκοος Πληθυντικός: ξενοϋπήκοοι
Ουδέτερο: Ενικός: ξενοϋπήκοον Πληθυντικός: ξενοϋπήκοα
Επίρρημα: ξενοϋπήκοα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.