ξενιτέας (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ξενιτέας
Προφορά: ξενιτέας
-
ξενιτεμένος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ξενιτεμένος
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
-
1) ο προερχόμενος από τα ξένα
2) αυτός που είναι στην ξενιτιά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης