Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ξεβγάλλω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ξεβγάλλω Προφορά: ξεβγάλλω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    βγάλλω από μέσα

    Ιδίωμα:
    Άνω Αμισού

    Παράδειγμα:
    Πά̤νει ξεβγάλλει το σ̌κυλί από 'πέσου στό χαβούζι.

Παρατηρήσεις - Σχόλια