Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες: 1) Εγέν’τον νυχͮ’. (έγινε σκληρό σαν το νύχι) 2) Νυχού τριχού. (ώς την ελάχιστη λεπτομέρεια, εξονυχιστικά)
Ενικός: νύχͮιν / νύχͮ' Πληθυντικός: νύχͮια / νύχͮα̤