Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ουϊτορεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ουιτορεύω Προφορά: ουϊτορεύω
  1. ταιριάζω, συμφιλιώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη ουϊτουρμάκ

    Παραδείγματα:
    1) Εμείς οι Κρωμέτ’ ουϊτουρεύομε τα ψέματα για να γελούμε.
    2) Απ’ αδά έκλωσεν απ’ εκεί έκλωσεν, ουϊτούρεψεν ατ’ς.

Παρατηρήσεις - Σχόλια