Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νουσαλούς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νουσ̌αλούς Προφορά: νουσαλούς
  1. αρραβωνιαστικός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Θηλυκό:
    νουσ̌αλού (αρραβωνιαστικιά)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παραδείγματα:
    1) Τον ολόχρυσον τον αητέν τον νουσ̌αλού σ’ εχώρτσα.
    2) Είδεν τη νουσ̌αλούν ατ’ κι εκοκκινίασεν.
    3) Και πολεμούνε με το ζορ’ τη νουσ̌αλού μ’ ν’ αντρίζ’νε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια