αρραβωνιαστικόςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Θηλυκό:
νουσ̌αλού (αρραβωνιαστικιά)
Ιδίωμα:
Σαντάς
Παραδείγματα:
1) Τον ολόχρυσον τον αητέν τον νουσ̌αλού σ’ εχώρτσα.
2) Είδεν τη νουσ̌αλούν ατ’ κι εκοκκινίασεν.
3) Και πολεμούνε με το ζορ’ τη νουσ̌αλού μ’ ν’ αντρίζ’νε.