Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μερεμετλεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: μερεμετλεύω Προφορά: μερεμετλεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    επισκευάζω προσωρινά

    Ιδίωμα:
    Κρώμνης

    Παράδειγμα:
    Επορείς να μερεμετλεύ’ς όλεν τ’ οσπίτ’;

Παρατηρήσεις - Σχόλια