Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κασάπς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κασάπ'ς Προφορά: κασάπς
  1. κρεοπώλης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Μόνον με το πολλά το τέρεμαν αν εμαθίουταν η τέχνη, τα σ̌κυλία τη κασαπχανάς πά' θα εγίνουσαν κασάπ'.

  2. κρεοπώλης, αιμοβόρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    κασάπης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kasap

Παρατηρήσεις - Σχόλια