Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μερακλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: μερακλής Προφορά: μερακλής
  1. καλός με μεράκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη μεριακλής

    Παραδείγματα:
    1) Ποίσον με έναν μερακλήν καβέν.
    2) Τα τσ̌αρούχͮια μερακλία, ράφ’ν ατα με τα πλουμία.

  2. αυτός που κατέχεται από μεράκι για κάτι, άνθρωπος με γούστο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη merakli

    θηλυκό: μερακλού

  3. αυτός που έχει κάποιο πόθο για κάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια