Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη μεριακλής
Παραδείγματα: 1) Ποίσον με έναν μερακλήν καβέν. 2) Τα τσ̌αρούχͮια μερακλία, ράφ’ν ατα με τα πλουμία.
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη merakli
θηλυκό: μερακλού
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.