Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πατώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πατώ Προφορά: πατώ
  1. πατώ, μπαίνω, γαστρώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Ατό τη ζίπκαν επάτεσανε κα’ και έρραψαν ατο απάν’-ι-σ’. (Πατώ κά’ =βάλλω καταγής)
    2) Επάτεσα σον Αύγουστον και ση χιονί’ μ’ την άκραν. (Μπαίνω)
    3) Το λείψανον επάτεσεν το μωρόν. (Βλάπτω επί νεκρών, πονηρών πραγμάτων)
    4) Τη Παλάσας το βούδ’ επάτεσεν το ζώ’ν εμουν. (γαστρώνω)
    5) Πατώ και τρώγω. (τρώγω πάρα πολύ)
    6) Πατώ και τρέχω. (τρέχω πάρα πολύ)
    7) Το χορτάρ’ επάτεσεν το φυτόν (το χωράφ’), (Είναι μεγαλύτερο και σ’ έβλαψε)
    8) Ο Δεσπότ’ς σο χωρίον ’κ’ επάτεσεν. (δεν πήγε)
    9) Πατώ το σαλ’. (για να σφίξει και στρώσει. Το σάλ’ που ύφαιναν σπίτι το πατούσαν ή το χτυπούσαν με σανίδα)
    10) Πάτ’ απάν’, (μήν το αναφέρεις, ξέχασέ το, προσπέρνα το)

  2. πατώ κατακτώ, καταλαμβάνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα πατώ = καταπατώ κάτι περιφρονητικά

Παρατηρήσεις - Σχόλια