πατουφανίτσα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πατουφανίτσα
Προφορά: πατουφανίτσα
-
1) ξεχωριστό διαμέρισμα της μάνδρας όπου τοποθετούσαν τα μοσχάρια
2) χωρίσματα του σαρπίν (αποθήκης)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)