περεκέτ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: περεκέτ'
Προφορά: περεκέτ
-
αγαθά, γεννήματα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ευκαιρία, ευλογία
καλή σοδεία
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
1) αφθονία αγαθών που προέρχονται από την γεωργία, το επάγγελμα, την τέχνη
2)υλική ευτυχία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης