Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

περεκέτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: περεκέτ' Προφορά: περεκέτ
  1. αγαθά, γεννήματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Χότσης

    Παράδειγμα:
    Στη Σαντά τα περεκέτα̤ ντο είναι; Τσορτάνα̤ και μιντζίν και βούτερον.

  2. ευκαιρία, ευλογία καλή σοδεία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. 1) αφθονία αγαθών που προέρχονται από την γεωργία, το επάγγελμα, την τέχνη 2)υλική ευτυχία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβικη, από το αράβικο bereket = ευλογία, ουράνια, του Θεού

Παρατηρήσεις - Σχόλια