Ερμηνεία: εφοδιάζω με τρόφιμα
Παράδειγμα: Εζουχλάεψα κι έστειλα τεν σο θέρος.
Παράγωγο: αζουχλάεμαν
Ενεστώτας: αζουχλαεύω Παρατατικός: εζουχλάευα Μέλλοντας: θα αζουχλαεύω Αόριστος: εζουχλάεψα