Προέλευση: από το επίθετο έγνεφος
Παραδείγματα: 1) Γνέφ’σον τη νύφεν, θα πάμε σην εκκλησίαν. 2) Μη κούεις, θα γνεφίζ’ το χάταλον.
Ενεστώτας: γνεφίζω Παρατατικός: εγνέφιζα Μέλλοντας: θα γνεφίζω Αόριστος: εγνέφισα / εγνέφ'σα
Σχόλιο: χρησιμοποιείται ως μεταβατικό και αμετάβατο. Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.