Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γνεφίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γνεφίζω Προφορά: γνεφίζω
  1. ξυπνώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το επίθετο έγνεφος

    Παραδείγματα:
    1) Γνέφ’σον τη νύφεν, θα πάμε σην εκκλησίαν.
    2) Μη κούεις, θα γνεφίζ’ το χάταλον.

  2. ξυπνώ Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια