Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νόμα [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: νόμα Προφορά: νόμα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    δώσε μου

    Προέλευση:
    ίσως από το δόμα (δός μα)

    Παράδειγμα:
    Νόμα φαγίν αγλήγορα.

  2. φέρε δωσ' μου Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    «Νό' μα έναν τρας ράμμαν - δόσμου ένα κομματάκι κλωστή» «έμαθεν σο νό'μα, νό'μα και το νά! κι' εδογματίστεν ! - έμαθε στο δόσ' μου, δόσ' μου αλλά στο πάρε δεν λέει να εκφραστή !»
    Λέγεται για τους φιλοχρήματους, για τον ζήτουλα.
    Η λέξη πιθανον είναι το δεύτερο μισό του δίνω, δίνω τα εμά, 'νώ μα και νόμα, δίνε μου

Παρατηρήσεις - Σχόλια